France

Χωριά στo Βέρμιο

Βέρμιο

 

Βόρεια της Βέροιας μέσα από μια πανέμορφη διαδρομή βρίσκονται τα χωριά Κουμαριά, Ξηρολίβαδο και Κάτω Βέρμιο ή Σέλι. Εκεί υπάρχουν πάνω από 70 χλμ. σηματοδοτημένων ορειβατικών μονοπατιών Ε4 καθιστώντας το βουνό σημαντικό προορισμό πεζοπορίας, ορειβασίας και ορεινής ποδηλασίας. Στο Κάτω Βέρμιο βρίσκεται και το φαράγγι του Σελίου, μήκους 5 χλμ., με την γνωστή τρύπα του Μιχάλη. Το φαράγγι του Σελίου συναντά τη δασική διαδρομή μεταξύ Σελίου και 3-5 Πηγαδιών χαράσσοντας μια υπέροχη περιπατητική διαδρομή κατά μήκος της κορυφογραμμής. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες πολιτιστικές, αθλητικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις συγκεντρώνουν πλήθος επισκεπτών.

 

Κοινότητα Σελίου
Μέσα από μια πανέμορφη διαδρομή φτάνουμε στο χωριό Κάτω Βέρμιο ή Σέλι που βρίσκεται σε υψόμετρο 1450 μέτρων. Αν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν οι πίστες του σκι θα σας ανταμείψουν. Οι λάτρες του σκι θα έχετε μια υπέροχη εμπειρία ενώ όσοι δεν επιθυμούν τη δραστηριότητα αυτή μπορούν εναλλακτικά να εξερευνήσουν το βουνό. Η ηπιότητα των πλαγιών, η πυκνή βλάστηση, η πλούσια πανίδα και η κοντινή του απόσταση από τις πόλεις της Ημαθίας έχουν αναδείξει το Βέρμιο σε σημαντικό προορισμό πεζοπορίας. Στο βουνό, υπάρχουν πάνω από 70 χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών. Στο Κάτω Βέρμιο ακόμα, βρίσκεται και το φαράγγι του Σελίου, μήκους 5 χλμ., με την γνωστή τρύπα του Μιχάλη στην είσοδο του. Το φαράγγι του Σελίου, τέμνει τη δασική διαδρομή μεταξύ Σελίου και 3-5 Πηγαδιών, δημιουργώντας μια περιπατητική διαδρομή κατά μήκος της κορυφογραμμής.

 

Το χωριό ιδρύθηκε την περίοδο 1826-1835 από Βλάχους κτηνοτρόφους, που κατάγονταν από τα χωριά Αβδέλλα και Σαμαρίνα στην βόρεια Πίνδο, που εξαιτίας των διωγμών από τους Τούρκους εγκαταστάθηκαν στα αλπικά λιβάδια του Βερμίου. Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που αναφέρονται σε ένα προγενέστερο οικισμό με το όνομα Σέλι σε παραπλήσια τοποθεσία. Στο Σέλι έχουμε τη δυνατότητα να γευματίσουμε σε μία από τις ταβέρνες που λειτουργούν όλο το χρόνο με υπέροχα τοπικά κρέατα και βλάχικες πίτες όπως Τσουκνιδόπιτα και Κρεμμυδόπιτα θαυμάζοντας τη θέα του κάμπου της Ημαθίας.

 

Το Σέλι έχει πλούσια λαογραφική παράδοση. Πολιούχος του χωριού είναι η Παναγία. Στις 15 Αυγούστου γίνεται 3ήμερο πανηγύρι της Παναγίας συγκεντρώνοντας πλήθους κόσμου. Την ένατη μέρα μετά τον Δεκαπενταύγουστο, στα εννιάμερα της Παναγίας, τελείται λειτουργία στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Σελιώτισας στην περιοχή ‘Πριόνια’. Εκεί, στο φυλάκιο στα Πριόνια, μπορεί κανείς να κεραστεί πίτες λουκούμια, σουβλάκια, λουκάνικα και άλλα κρεατικά προσφορά του τοπικού συνεταιρισμού και να γλεντήσει στους ήχους των χάλκινων.

 

Κοινότητα Κουμαριάς
Η Κουμαριά είναι ένα μικρό ορεινό χωριό χτισμένο στους πρόποδες του Βερμίου σε υψόμετρο 750μ. Χτίστηκε εκεί περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα από κατοίκους των γειτονικών χωριών, του Σελίου και του Ξηρολιβάδου. Στην Κουμαριά μπορεί κανείς να απολαύσει δροσιά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες και γραφικές βόλτες στα χιόνια το χειμώνα. Μπορεί κανείς να δοκιμάσει Κρεατόπιτα ή Γαλατόπιτα και να πιεί καφέ σε ένα από τα τέσσερα μαγαζιά του χωριού, ακόμη και να διανυκτερεύσει αν το επιθυμεί σε έναν από τους δύο παραδοσιακούς ξενώνες. Σημαντικές ημερομηνίες για επίσκεψη στην Κουμιαριά είναι κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα όπου λαμβάνουν χώρα τα ‘Κούλουμα’ και προσφέρονται παραδοσιακά σαρακοστιανά, στις 24 Ιουνίου όπου αναβιώνει το έθιμο του Αϊ Γιάννη του Κλείδωνα, στις αρχές Ιουλίου όπου οργανώνεται κάθε χρόνο το αντάμωμα των Κουμαριωτών και στις 8 Σεπτεμβρίου όπου γιορτάζει το χωριό. Παραμονή και ανήμερα του πανηγυριού, που γίνεται προς τιμήν της γέννησης της Θεοτόκου, η πλατεία γεμίζει με παραδοσιακούς ήχους και χορούς από Κουμαριώτες και συγκροτήματα άλλων συλλόγων.

 

Κοινότητα Ξηρολίβαδου
Το Ξηρολίβαδο είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1.220 μέτρων σε ένα οροπέδιο του όρους Βερμίου και αποτελεί έναν από τους ορεινότερους οικισμούς της Ελλάδας. Δίπλα στον οικισμό κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες σχηματίζεται μία μικρή λίμνη, που οι κάτοικοι της περιοχής την ονομάζουν Μπάρα.

 

Ο οικισμός είναι πολύ παλιός και ανέρχεται στους βυζαντινούς χρόνους, χωρίς να είναι γνωστό πως ονομάζονταν τότε ενώ υπάρχουν γραπτές αναφορές στα έγγραφα του Τουρκικού ιεροδικείου της Βέροιας από το 1640-1641. Ξέρουμε επίσης ότι καταστράφηκε πολλές φορές πιο πριν από πυρπολήσεις και από ληστές ενώ από την καταστροφή του 1795 από ληστές οι κάτοικοι σκορπίστηκαν σε άλλα μέρη, ιδίως στη Μακεδονία. Ξανά χτίστηκε, ίσως το 1805 και έγινε τσιφλίκι του Αλή Πασά. Ξανά καταστράφηκε το 1822 μαζί με την καταστροφή της Νάουσας ενώ ξαναζωντάνεψε όταν γύρω στα 1840 εγκαταστάθηκε στην περιοχή ένα φαλκάρι 100 περίπου οικογενειών από τα βλαχοχώρια των Γρεβενών. Η διάβαση του Ξηρολιβάδου είχε νωρίτερα χρησιμοποιηθεί από τους Βλάχους της Πίνδου, όταν οργανωμένα μετακινούνταν διωκόμενοι από τις άγριες διαθέσεις του Αλή Πασά, του οποίου η εξουσία έφθανε μέχρι τον ποταμό Αξιό. Μετά από ένα χρονικό διάστημα που ακολούθησε την εξόντωση του Τεπελενλή, οι βλαχόφωνοι κτηνοτρόφοι επέστρεψαν από την κεντροανατολική Μακεδονία, όπου είχαν καταφύγει και εγκαταστάθηκαν στο Βέρμιο, όπου ήδη είχαν εντοπίσει πλουσιότατα βοσκοτόπια.

 

Σημαντικές ημερομηνίες για επίσκεψη στο Ξηρολίβαδο είναι ‘Η Περπερούνα και η Γκαλεάτα’ την 23η του Ιουνίου, το ‘Πανηγύρι του Προφήτη Ηλία’ και ο ‘Ορεινός Αγώνας Ξηρολίβαδου’ κάθε Ιούλιο. Στο Ξηρολίβαδο παλαιότερα αναβίωναν τα έθιμα Περπερούνα και Γκαλεάτα που τα τελούσαν τα κορίτσια του χωριού με σκοπό να προκαλέσουν βροχή. Οι Ξηρολιβαδιώτισσες, διατηρώντας την βλάχικη παράδοση, συνηθέστερα συνδύαζαν την Περπερούνα με τον Κλήδονα, αναβιώνοντας στο χωριό το έθιμο Γκαλεάτα. Ως ‘Γκαλεάτα’ προσδιορίζονταν ένα κτηνοτροφικό σκεύος σαν γκιούμι, στο οποίο τοποθετούνταν ένα συγκεκριμένο αγριολούλουδο, που και αυτό για τον ίδιο λόγο ονομαζόταν επίσης γκαλεάτα. Η αναβίωση του εθίμου γινόταν την καλοκαιρινή περίοδο, την μέρα του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα, όταν οι Βλάχοι είχαν πια ανεβεί στο βουνό για να ξεκαλοκαιριάσουν. Με την Γκαλεάτα συνδυάζονταν η επίκληση για βροχόπτωση και τα μαντέματα για την τύχη των κοριτσιών που μετείχαν στο δρώμενο. Το έθιμο άρχιζε την παραμονή, 23 Ιούνη, όταν γινόταν η πρόσκληση και μαζεύονταν τα κορίτσια του χωριού και στόλιζαν την Γκαλεάτα, ενώ οι κοπέλες έριχναν μέσα η καθεμιά ένα ασημικό (βραχιόλι, δακτυλίδι κ.τ.λ.), τα ριζικάρια, γιατί από αυτά θα έβγαινε το ριζικό, η μοίρα κάθε μιας κοπέλας.

 

Tο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση του Ξηρολιβάδου όπου αναβιώνει το έθιμο του πλειστηριασμού των εικόνων. Μετά το πέρας του πλειστηριασμού πραγματοποιείται λιτάνευση των ιερών εικόνων που ξεκινάει από την εκκλησία και καταλήγει στην Μπούνα (Καλό Πηγάδι) στο λιβάδι. Στην πομπή που σχηματίζεται, τον δρόμο ανοίγουν καβαλάρηδες, ενώ τις εικόνες συνοδεύουν τιμητικά ντυμένοι με παραδοσιακές ενδυμασίες Ξηρολιβαδιώτες και ακολουθεί όλος ο κόσμος. Στην Μπούνα τελείται ο αγιασμός των πηγαδιών, της μπάρας, του λιβαδιού, των κοπαδιών και του δάσους. Η παράδοση θέλει μετά τον αγιασμό να αναβιώνει στο Τσαΐρι ο Τρανός Χορός με όλους τους άνδρες και τις γυναίκες του χωριού να πιάνονται κατά σειρά ηλικίας τραγουδώντας και χορεύοντας παλιούς παραδοσιακούς σκοπούς. Τελετουργικός χορός, με λιτές κινήσεις, με μελωδικές αντιφωνίες συμβολίζει τον κύκλο της ζωής και διασώζει στοιχεία από τους πανάρχαιους δωρικούς κύκλιους χορούς.

 

Φυτιά
Η περιοχή της Φυτιάς σύμφωνα με ενδείξεις κατοικείται από την αρχαιότητα. Το χωριό ονομαζόταν Τσόρνοβο ή Τσέρνοβο που σημαίνει μαύρο κρασί (tserno vino) λόγω του σκούρου κόκκινου κρασιού που παρήγαγαν οι αμπελώνες του. (Άλλωστε οι Φυτιώτες μέχρι και σήμερα θεωρούνται από τους καλύτερους αμπελουργούς και παρασκευαστές κρασιού της περιοχής). Μετονομάστηκε το 1926 σε Φυτεία και τα νεώτερα χρόνια σε Φυτιά. Κατά την επανάσταση του 1821 οι κάτοικοι της Φυτείας αγωνίστηκαν κατά των Οθωμανών. Σπουδαίος αγωνιστής της επανάστασης του 1821ήταν ο Ιωάννης Αθανασίου. Το 1822 έγινε και η πρώτη καταστροφή του χωριού.

 

Από τη Φυτιά θεωρείται ότι κατάγεται ο Άγιος Τιμόθεος ο Οσιομάρτυς εκ Βεροίαςο οποίος γεννήθηκε περίπου το 1762, έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος και με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 μαρτύρησε μαζί με άλλους μοναχούς στο Λευκό Πύργο (που χρησιμοποιούνταν τότε ως φυλακή), το 1822 ύστερα από βασανιστήρια των Οθωμανών.

 

Στον Μακεδονικό Αγώνα 1904-1908 πήραν μέρος αρκετοί Φυτιώτες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν επίσημα ως Μακεδονομάχοι από το ελληνικό κράτος το 1963 και αρκετοί έπεσαν νεκροί στις μάχες. Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου (και συγκεκριμένα ένα τμήμα που διασώθηκε από τον παλιό ναό) κηρύχθηκε το 1969 ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το ελληνικό κράτος. Στους τοίχους του υπάρχουν τοιχογραφίες αγίων, με πιο εντυπωσιακή αυτή του αγίου Νέστορα. Κατά την παράδοση, από το μάτι του αγίου φαίνεται να τρέχει αίμα από τότε που μουσουλμάνοι προσπάθησαν να το βγάλουν αλλά, σκαλίζοντας την τοιχογραφία, ανάβλυσε αίμα τρέποντάς τους σε φυγή.

 

Τρεις είναι οι πιο σημαντικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στο χωριό:
• το κουρμπάνι στις 18 Ιανουαρίου προς τιμήν του Αγίου Αθανασίου
• πολιτιστικές εκδηλώσεις με χορευτικά συγκροτήματα [11] στις 23 Αυγούστου (Εννιαήμερα της Θεοτόκου)
• το κάψιμο των κέδρων (κέδαρα) στις 23 Δεκεμβρίου (προπαραμονή Χριστουγέννων) στις 12 το βράδυ με συμμετοχή πολλών επισκεπτών από όλη την Κεντρική Μακεδονία.

 

Στην Φυτιά δραστηριοποιείται ο O Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Φυτείας (Ε.Μ.Σ.Φ.) ιδρύθηκε το 1981.
Υπάρχουν δύο εκκλησίες:
• ο Άγιος Νικόλαος και
• ο Άγιος Αθανάσιος. που θεωρείται προστάτης του χωριού.

 

Ακόμη υπάρχουν τέσσερα παρεκκλήσια γύρω από το χωριό:
• η Αγία Παρασκευή στο Κλαδάκι,
• οι Άγιοι Θεόδωροι,
• ο Άγιος Μόδεστος και
• ο Άγιος Πρόδρομος στο δρόμο για το Κωστοχώρι.

 

Επίσης πολύ κοντά στο χωριό, στην περιοχή της Μαρούσιας, βρίσκεται ο μεταβυζαντινός Ναός του Αγίου Νικολάου Μαρούσιας, που χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

 

Σε απόσταση 7 χλμ. από τη Φυτιά στο παλιό δρόμο Φυτιά – Βέροια βρίσκεται η Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά (Καλή Παναγιά).
Η Φυτιά είναι μία από τις διαδρομές του Ράλλυ «Φίλιππος» που διοργανώνει κάθε χρόνο η Λέσχη Αυτοκινήτου Βέροιας.

 

Καστανιά
Η Καστανιά είναι ορεινό χωριό του νομού Ημαθίας. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 1.080 μέτρων στις πλαγιές του Βερμίου και είναι ένα από τα ορεινότερα χωριά της Ημαθίας. Το 1951 κτίστηκε εκεί, με ενέργειες του Φίλωνα Κτενίδη ο νέος ναός της Παναγίας Σουμελά, τον οποίο επισκέπτονται, ιδίως τον Αύγουστο, πλήθος προσκυνητών από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

Γεωργιανοί
Οι Γεωργιανοί μέχρι το 1928 ονομαζόταν Τόπλιανη, οικισμός σε υψόμ. 440 μ. στο βουνό Βέρμιο του νομού Ημαθίας. Πριν το 1922 στην θέση που υπάρχει ο οικισμός των Γεωργιανών δεν υπήρχε χωριό, πρόσφυγες από τον Καύκασο εγκαταστάθηκαν στο σημείο αυτό την άνοιξη του 1922 και ίδρυσαν το χωριό Γεωργιανοί. Τόπλιανη ονομαζόταν ένα άλλο χωριό, μεταξύ Γεωργιανών και Λευκόπετρας, το οποίο καταστάφηκε ολοσχερώς από του Τούρκους το 1822 μετά την επανάσταση της Νάουσας.

 

Ραχιά
Νοτιοδυτικά της Βέροιας σε ύψος 400 μέτρων στους πρόποδες του Βερμίου είναι χτισμένη η Ράχη ή Ραχιά , μεγάλο μέρος των κατοίκων της οποίας κατάγεται από την Σαντά του Πόντου. Στις αρχές του 19ου αι. το χωριό ονομαζόταν Ριάχοβο και κατοικούνταν από αρκετές οικογένειες γηγενών ελληνόφωνων Μακεδόνων.

 

Μετά την αποτυχία της επανάστασης της Νάουσας το 1822 το χωριό καταστράφηκε από τις ορδές του Λουμπούτ πασά και όσοι από τους κατοίκους του γλίτωσαν από το θάνατο, κατέφυγαν σε ορεινούς και απόμακρους οικισμούς της περιοχής, για να επιστρέψει ένα μικρό μέρος μόλις το 1891. Το 1916 οι Γάλλοι τοπογράφησαν το χωριό και τον επόμενο χρόνο άρχισε η κατασκευή των πρώτων σπιτιών του Εποικισμού ενόψει της εγκατάστασης Ποντίων προσφυγών από το Κάρς της Ρωσίας, που είχαν αρχίσει την περίοδο αυτή να εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Πραγματικά το 1919 στις 16 υπάρχουσες οικογένειες των γηγενών προστέθηκαν 25 οικογένειες Καρσλήδων, που μετά παραμονή τριών χρόνων αναχώρησαν για την περιοχή της Πτολεμαϊδας.

 

Στις αρχές του 1924 εγκαταστάθηκαν στη Ραχιά 7 οικογένειες από τα χωριά Κελκίτ και Γατράχ του Παϊπουρτ (Τσιαμουρλήδες) και 5 οικογένειες από την ευρύτερη περιοχή της Αργυρούπολης (Κιμισχαναλήδες). Λίγες μέρες αργότερα ,στις 25 Οκτωβρίου,έφτασαν με κάρα και κατασκήνωσαν στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου 23 οικογένειες Σανταιών,ο αριθμός των οποίων διευρύνθηκε σημαντικά κατά τα επόμενα χρόνια,καθώς σε αυτές ήρθαν να προστεθούν και αρκετοί άλλοι Σανταίοι, που επέλεξαν τη Ραχιά σαν τόπο της οριστικής τους εγκατάστασης.

Share On Facebook
Share On Twitter
Share On Youtube